Πριν από μια γυναικοκτονία: όσα κρύβονται πίσω από τα στοιχεία
Level 2 · Αναλυτική τεκμηρίωση, επιστημονικές μελέτες και ανοιχτά ερωτήματα για την πρόληψη.
Υπάρχει μια στιγμή μετά από κάθε γυναικοκτονία που η δημόσια συζήτηση στρέφεται στο παρελθόν: «Είχε απειλήσει ξανά; Το γνώριζε κανείς; Είχε ζητήσει βοήθεια;». Είναι ερωτήσεις που ακούγονται όταν πια είναι αργά. Το δύσκολο είναι να καταλάβουμε πότε και πώς θα μπορούσαν να είχαν τεθεί νωρίτερα.
Γι’ αυτό το Level 2 δεν επαναλαμβάνει το γράφημα του βασικού άρθρου. Ακολουθεί μια διαφορετική διαδρομή: από τον τρόπο που καταγράφεται ένα έγκλημα, στα μοτίβα κινδύνου που μελετά η επιστήμη και, τελικά, στο ερώτημα αν οι μηχανισμοί προστασίας αξιοποιούν όσα γνωρίζουμε.
1. Γιατί δεν μετρούν όλοι το ίδιο πράγμα;
Δύο φορείς μπορεί να δημοσιεύουν διαφορετικό αριθμό γυναικοκτονιών για την ίδια χρονιά, χωρίς απαραίτητα να έχει κάνει κάποιος λάθος. Το πρώτο που χρειάζεται να εξετάσουμε είναι τι μετρά ο καθένας.
Η γυναικοκτονία αφορά τη δολοφονία γυναίκας ή κοριτσιού για λόγους που συνδέονται με το φύλο της. Δεν ταυτίζεται με κάθε ανθρωποκτονία γυναίκας ούτε περιορίζεται στις δολοφονίες από συντρόφους. Το Ελληνικό Τμήμα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου χρησιμοποιεί ερευνητικά κριτήρια, ενώ η αστυνομία καταγράφει υποθέσεις σε διοικητικές και ποινικές κατηγορίες, στοιχεία που δημοσιεύει και ο EIGE.
Γι’ αυτό, πριν συγκρίνουμε αριθμούς, πρέπει να γνωρίζουμε τους ορισμούς, την περίοδο και τα κριτήρια καταγραφής. Ο EIGE προτείνει κοινό σύστημα ταξινόμησης, ώστε οι συγκρίσεις να έχουν ουσιαστικό νόημα.
2. Τι μπορούν —και τι δεν μπορούν— να αποδείξουν οι αριθμοί;
Στο βασικό άρθρο είδαμε τις ετήσιες διακυμάνσεις και τη μεγάλη διαφορά στο ποσοστό γυναικών ανάλογα με τη σχέση θύματος–δράστη. Τι μας επιτρέπουν, όμως, να συμπεράνουμε αυτά τα στοιχεία;
Μια μεταβολή μερικών περιστατικών μέσα σε ένα έτος δεν αρκεί για να αποδείξει μια σταθερή τάση. Χρειαζόμαστε περισσότερα χρόνια, σταθερούς ορισμούς και δείκτες που λαμβάνουν υπόψη τον πληθυσμό. Αντίστοιχα, το ποσοστό γυναικών ανάμεσα στα θύματα μιας κατηγορίας δεν είναι η πιθανότητα να δολοφονηθεί μια συγκεκριμένη γυναίκα.
Υπάρχει και κάτι ακόμη: οι αστυνομικές καταγραφές μάς δείχνουν τα περιστατικά που έφτασαν στις αρχές, όχι το σύνολο της βίας που συμβαίνει. Πολλοί άνθρωποι δεν καταγγέλλουν ποτέ όσα έχουν υποστεί. Για συγκρίσεις μεταξύ χωρών, ο EIGE τονίζει επίσης την ανάγκη κοινών ορισμών και συγκρίσιμων στοιχείων.
3. Τι γνωρίζει η επιστήμη για την κλιμάκωση της βίας;
Εδώ η έρευνα γίνεται πιο δύσκολη — αλλά και πιο ουσιαστική. Αν ξέρουμε μόνο πόσες γυναίκες δολοφονήθηκαν, περιγράφουμε το αποτέλεσμα. Αν εξετάσουμε τι προηγήθηκε, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ποιες πληροφορίες ενδέχεται να είχαν σημασία πριν από το έγκλημα. Αυτό δεν είναι το ίδιο με την πρόβλεψη: ένας παράγοντας κινδύνου δεν αποτελεί βεβαιότητα.
Η μελέτη Campbell: όταν συνυπάρχουν πολλοί παράγοντες
Τι ξεχωρίζει μια κακοποιητική σχέση που καταλήγει σε δολοφονία από μια άλλη όπου, όσο σοβαρή κι αν είναι η βία, δεν συμβαίνει ανθρωποκτονία; Η ερώτηση είναι σκληρή, αλλά ακριβώς αυτό προσπάθησαν να διερευνήσουν οι ερευνητές — χωρίς να υποστηρίζουν ότι μπορούν να προβλέψουν κάθε μελλοντικό έγκλημα.
Η Jacquelyn Campbell και οι συνεργάτες της συνέκριναν 220 περιπτώσεις γυναικών που δολοφονήθηκαν από σύντροφό τους με 343 γυναίκες που είχαν υποστεί κακοποίηση αλλά δεν είχαν δολοφονηθεί. Η μελέτη δημοσιεύτηκε το 2003 στο American Journal of Public Health.
Οι ερευνητές δεν αναζητούσαν ένα «μοναδικό σημάδι» που προβλέπει το μέλλον. Εξέταζαν ποια στοιχεία εμφανίζονταν συχνότερα στις περιπτώσεις γυναικοκτονίας. Ανάμεσά τους ήταν η πρόσβαση του δράστη σε πυροβόλο όπλο, οι απειλές με όπλο και ο έντονος έλεγχος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε ο συνδυασμός χωρισμού μετά από συμβίωση με έντονα ελεγκτική συμπεριφορά.
Σε ένα στατιστικό μοντέλο η συσχέτιση αυτού του συνδυασμού αποτυπώθηκε με odds ratio 8,98, ενώ σε διαφορετικό μοντέλο, με συνεκτίμηση πρόσθετων μεταβλητών, ήταν 4,07. Αυτοί οι αριθμοί δεν σημαίνουν ότι κάθε χωρισμός αυξάνει αυτομάτως έναν απόλυτο κίνδυνο κατά εννέα φορές. Πρόκειται για λόγους πιθανοτήτων μέσα σε συγκεκριμένα αναλυτικά μοντέλα και σε συγκεκριμένο ερευνητικό πληθυσμό.
Αυτό που μπορούμε να κρατήσουμε δεν είναι ένα εντυπωσιακό πολλαπλάσιο, αλλά η σημασία της συνολικής εικόνας: ο έλεγχος, οι απειλές και οι συνθήκες ενός χωρισμού πρέπει να εξετάζονται μαζί, όχι απομονωμένα.
Jane Monckton Smith: τα οκτώ στάδια ως πλαίσιο κατανόησης
Η Campbell εξέτασε ποια χαρακτηριστικά συνδέονται με τον κίνδυνο. Η Jane Monckton Smith έθεσε ένα άλλο ερώτημα: αν κοιτάξουμε ολόκληρη την πορεία μιας σχέσης, μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια διαδικασία κλιμάκωσης, αντί να βλέπουμε κάθε απειλή ή επεισόδιο ως απομονωμένο γεγονός;
Αυτό προσπάθησε να κατανοήσει η Βρετανίδα εγκληματολόγος Jane Monckton Smith, μελετώντας 372 περιπτώσεις ανθρωποκτονιών από νυν ή πρώην συντρόφους. Από το υλικό αυτό περιέγραψε ένα μοντέλο οκτώ σταδίων που εμφανίζονταν στις ιστορίες των σχέσεων. Το ενδιαφέρον του μοντέλου δεν είναι ότι δίνει μια βέβαιη «συνταγή» πρόβλεψης, αλλά ότι μετατοπίζει την προσοχή από ένα μεμονωμένο επεισόδιο σε μια πιθανή διαδικασία κλιμάκωσης.
- Προηγούμενο ιστορικό: ενδείξεις κακοποιητικής ή ελεγκτικής συμπεριφοράς σε προηγούμενες σχέσεις.
- Η αρχή της σχέσης: ταχεία εξέλιξη, πολύ έντονη δέσμευση ή κτητικότητα.
- Η εγκατάσταση του ελέγχου: συστηματικός περιορισμός των επιλογών, των επαφών ή της αυτονομίας του άλλου προσώπου.
- Γεγονός που απειλεί τον έλεγχο: ένας χωρισμός, μια απόπειρα αποχώρησης ή άλλη αλλαγή που βιώνεται ως απώλεια ελέγχου.
- Κλιμάκωση: εντονότερη παρακολούθηση, παρενόχληση, απειλές ή βίαιες συμπεριφορές.
- Αλλαγή τρόπου σκέψης: ο δράστης μπορεί να στραφεί από την προσπάθεια επανάκτησης του ελέγχου σε μια αντίληψη εκδίκησης ή τιμωρίας.
- Σχεδιασμός: σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις προετοιμασίας μιας επίθεσης.
- Ανθρωποκτονία: το τελικό στάδιο που εξετάζει το μοντέλο.
Τα στάδια είναι αναλυτικό πλαίσιο, όχι κανόνας που εφαρμόζεται μηχανικά σε όλες τις κακοποιητικές σχέσεις. Δεν σημαίνει ότι μια σχέση που εμφανίζει ορισμένα στοιχεία θα καταλήξει αναγκαστικά σε δολοφονία. Ούτε ότι κάθε γυναικοκτονία ακολουθεί αυτή τη διαδρομή.
Εκεί που αξίζει να σταθούμε είναι ο καταναγκαστικός έλεγχος. Δεν έχει πάντα τη μορφή ενός περιστατικού που θα καταγραφεί ως σοβαρή σωματική βία. Μπορεί να αφορά τη σταδιακή απομόνωση ενός ανθρώπου, τον έλεγχο του πού πηγαίνει, με ποιον μιλά, τι επιτρέπεται να αποφασίσει. Πρόκειται για συμπεριφορές που συστηματικά περιορίζουν την ελευθερία και την αυτονομία του θύματος και μπορεί να μη μοιάζουν, αν τις εξετάσουμε μία μία, με το στερεότυπο ενός «σοβαρού επεισοδίου» βίας.
Πηγές: Πρωτότυπη δημοσίευση της Monckton Smith · Πλήρες κείμενο στο πανεπιστημιακό αποθετήριο.
4. Από την αναγνώριση του κινδύνου στην πραγματική προστασία
Μέχρι εδώ είδαμε τι μπορεί να αναγνωρίσει η επιστημονική έρευνα. Ας φανταστούμε τώρα ότι μια γυναίκα περιγράφει στην αστυνομία απειλές, επίμονη παρακολούθηση και φόβο μετά τον χωρισμό. Τι ακριβώς γίνεται με αυτές τις πληροφορίες; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα καταγραφεί μια καταγγελία, αλλά και στο αν θα αξιολογηθεί ο κίνδυνος και αν θα υπάρξει συνέχεια στην προστασία.
Η ύπαρξη επιστημονικής γνώσης δεν αρκεί από μόνη της. Πρέπει με κάποιον τρόπο να μετατραπεί σε πράξη. Αυτό είναι το επόμενο βήμα: τι κάνουμε με τη γνώση των παραγόντων κινδύνου. Δεν αρκεί μια υπηρεσία να καταγράψει μια καταγγελία. Χρειάζεται να εξετάσει την επικινδυνότητα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης και να μπορεί να συνδέσει τη γυναίκα με κατάλληλη, έγκαιρη υποστήριξη.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν αναγνωρίζεται μια απειλή. Είναι τι ακολουθεί μετά την αναγνώρισή της.
Σημασία έχει επίσης η συνέχεια: αλλάζει η εκτίμηση κινδύνου όταν εμφανίζονται νέες απειλές; Υπάρχει συνεργασία μεταξύ αστυνομίας, κοινωνικών υπηρεσιών και δομών φιλοξενίας; Μπορεί το θύμα να βρει ασφαλή στέγη ή να λάβει κατάλληλη υποστήριξη όταν χρειάζεται; Αυτά είναι ερωτήματα για τη λειτουργία ενός συστήματος, όχι απλώς για την ύπαρξή του.
Η αξιολόγηση της Ελλάδας από την GREVIO το 2023 αναγνώρισε πρόοδο, αλλά επισήμανε και ελλείψεις: ανεπαρκή αριθμό ξενώνων, κενά στην εξειδικευμένη υποστήριξη θυμάτων βιασμού, δυσκολίες πρόσβασης για ευάλωτες ομάδες και ζητήματα συνεκτίμησης της βίας σε αποφάσεις επιμέλειας και επικοινωνίας με παιδιά.
Αυτή είναι μια καταγεγραμμένη αξιολόγηση της περιόδου εκείνης, όχι μέτρηση της κατάστασης τον Οκτώβριο του 2026. Για να ξέρουμε τι έχει αλλάξει, χρειάζονται νεότερα στοιχεία εφαρμογής και αξιολόγησης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσες δομές έχουμε σήμερα;», αλλά και «πόσο έγκαιρα και αποτελεσματικά μπορούν να ανταποκριθούν όταν υπάρχει κίνδυνος;»
Πηγή: Συμβούλιο της Ευρώπης – Παρουσίαση της έκθεσης GREVIO.
5. Πώς μετράμε αν ένα μέτρο προστασίας λειτουργεί;
Ένας απολογισμός μπορεί να αναφέρει περισσότερες καταγγελίες, περισσότερες γυναίκες που εξυπηρετήθηκαν και περισσότερες ενεργοποιήσεις του Panic Button. Είναι καλά τεκμηριωμένες ενδείξεις χρήσης των υπηρεσιών, εφόσον τα στοιχεία έχουν καταγραφεί σωστά. Αλλά δεν αρκούν για να απαντήσουν στο ερώτημα που μας ενδιαφέρει περισσότερο: τι άλλαξε στην ασφάλεια των ανθρώπων που ζήτησαν βοήθεια;
Μπορούμε σχετικά εύκολα να μετρήσουμε δραστηριότητες: πόσες καταγγελίες υποβλήθηκαν, πόσοι άνθρωποι εξυπηρετήθηκαν από μια δομή, πόσες φορές ενεργοποιήθηκε μια εφαρμογή όπως το Panic Button. Όλοι αυτοί είναι χρήσιμοι δείκτες λειτουργίας. Δεν αποτελούν όμως από μόνοι τους δείκτες αποτελέσματος.
Για να εξετάσουμε την αποτελεσματικότητα, θα χρειαζόμασταν απαντήσεις σε πιο δύσκολες ερωτήσεις: πόσο γρήγορα ανταποκρίθηκαν οι υπηρεσίες; Υπήρξαν επαναλαμβανόμενες απειλές μετά την καταγγελία; Έγινε επανεκτίμηση του κινδύνου; Διατηρήθηκε η προστασία στη συνέχεια; Και, όταν συγκρίνουμε διαφορετικά μέτρα, πώς λαμβάνουμε υπόψη ότι οι πιο επικίνδυνες υποθέσεις πιθανόν λαμβάνουν και πιο εντατική υποστήριξη;
Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για την πορεία των ποινικών υποθέσεων. Ο EIGE δημοσιεύει στοιχεία για τους καταγεγραμμένους φερόμενους δράστες ενδοοικογενειακής βίας, τις ποινικές διώξεις, τις καταδίκες και τους κρατουμένους.
Για το 2022, στην Ελλάδα, αναφέρει 10.396 καταγεγραμμένους φερόμενους δράστες, 3.409 πρόσωπα που διώχθηκαν ποινικά, 1.823 που καταδικάστηκαν και 111 που βρίσκονταν στη φυλακή.
Με μια πρώτη ματιά, ίσως μπαίναμε στον πειρασμό να υπολογίσουμε ποιο ποσοστό των καταγγελιών οδήγησε τελικά σε φυλάκιση. Μόνο που αυτοί οι αριθμοί δεν παρακολουθούν τις ίδιες υποθέσεις από την αρχή μέχρι το τέλος. Προέρχονται από διαφορετικές υπηρεσίες, δεν αφορούν πάντοτε τις ίδιες κατηγορίες αδικημάτων ή ηλικιακές ομάδες και δεν μετρούν όλοι το ίδιο χρονικό πράγμα: ο αριθμός των κρατουμένων αποτυπώνει μια συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ οι άλλοι δείκτες αφορούν το έτος.
Επομένως, η απλή σύγκρισή τους δεν μας λέει πόσες καταγγελίες οδήγησαν σε καταδίκη ή φυλάκιση. Για να το γνωρίζουμε, θα χρειαζόταν να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των ίδιων υποθέσεων.
Στην ενότητα για τη διαθεσιμότητα δεδομένων, ο EIGE επισημαίνει επίσης ότι δεν συγκέντρωσε για την Ελλάδα στοιχεία σχετικά με αιτήσεις και χορηγήσεις εντολών προστασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν σε ελληνικές υπηρεσίες· σημαίνει ότι δεν περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη συλλογή του EIGE και δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε από αυτήν τη χρήση των μέτρων.
Η σοβαρή αξιολόγηση θα απαιτούσε παρακολούθηση της πορείας των υποθέσεων, ορισμούς που μένουν σταθεροί, κατάλληλη προστασία προσωπικών δεδομένων και συγκρίσιμα κριτήρια αποτελεσμάτων. Και ακόμη και τότε, η ερώτηση «ποια συγκεκριμένη γυναικοκτονία αποτράπηκε;» είναι πολύ δυσκολότερη από το «πόσες φορές λειτούργησε μια υπηρεσία;».
6. Τι αξίζει να διερευνηθεί ακόμη στην Ελλάδα;
Αυτό που με προβλημάτισε περισσότερο στην αναζήτηση ήταν ότι μπορούσα σχετικά εύκολα να βρω πόσες γυναίκες δολοφονήθηκαν, αλλά πολύ δυσκολότερα στοιχεία για όσα είχαν προηγηθεί. Είχαν ζητήσει βοήθεια; Υπήρχαν γνωστές απειλές; Είχαν ληφθεί μέτρα προστασίας;
Δεν αναζητούσα προσωπικές πληροφορίες για τα θύματα. Ήθελα να καταλάβω αν υπάρχουν συγκεντρωμένα στοιχεία που θα μας βοηθούσαν να εξετάσουμε πού υπήρχαν δυνατότητες παρέμβασης, τι έγινε στην πράξη και τι θα μπορούσαμε να μάθουμε από αυτές τις περιπτώσεις.
Το πιο κρίσιμο κενό, λοιπόν, δεν είναι απαραίτητα ένας ακόμη συνολικός αριθμός. Είναι η δυνατότητα να συνδέσουμε —με τρόπο ασφαλή και θεσμικά υπεύθυνο— το ιστορικό μιας υπόθεσης με όσα ακολούθησαν. Μια τέτοια διερεύνηση θα μπορούσε να εστιάσει σε τέσσερα συγκεκριμένα πεδία.
Για την πρόληψη, η χρονική ακολουθία έχει σημασία: τι ήταν γνωστό, πότε έγινε γνωστό και πώς αντιμετωπίστηκε.
Προηγούμενη βία: υπήρχαν ενδείξεις απειλών, παρενόχλησης ή καταναγκαστικού ελέγχου; Και πώς ξεχωρίζουμε το ιστορικό που τεκμηριώθηκε εκ των υστέρων από μια προγενέστερη επίσημη καταγγελία; Η απουσία καταγγελίας δεν αποδεικνύει απουσία κακοποίησης.
Επαφή με τις αρχές: είχε αναζητηθεί βοήθεια; Πότε και από ποια υπηρεσία; Υπήρξε αξιολόγηση κινδύνου ή μεταβολή της μετά από νέα περιστατικά; Δεν αρκεί μια γενική απάντηση «υπήρχε ή δεν υπήρχε καταγγελία».
Μέτρα προστασίας: ποια μέτρα επιλέχθηκαν και ποιο ήταν το χρονικό διάστημα εφαρμογής τους; Υπήρξαν δυσκολίες πρόσβασης, συντονισμού ή συνέχειας της υποστήριξης;
Ανασκόπηση μετά το έγκλημα: υπάρχει διαδικασία που επιτρέπει να εξετάζονται με συστηματικό τρόπο πιθανές αστοχίες, χωρίς να προδικάζεται ευθύνη πριν από τη διερεύνηση; Τέτοιες ανασκοπήσεις θα μπορούσαν να παράγουν γνώση για την πρόληψη, πέρα από τα στοιχεία της ποινικής υπόθεσης.
Από τις δημόσιες πηγές που χρησιμοποιήθηκαν εδώ δεν κατέστη δυνατό να συντεθεί πλήρης ενιαία εικόνα για αυτά τα ερωτήματα. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα σχετικά δεδομένα δεν υπάρχουν σε επιμέρους υπηρεσίες, ούτε ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία σχετική μελέτη. Δείχνει τι δεν μπορέσαμε να τεκμηριώσουμε επαρκώς στο πλαίσιο αυτής της σύνθεσης.
Δεν συμπεριλήφθηκαν ως επαληθευμένα και ορισμένοι αριθμοί που κυκλοφορούν για ποσοστά προηγούμενης βίας ή δικαστικές εκβάσεις, επειδή δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν με επάρκεια ο πληθυσμός, το έτος ή η μέθοδος υπολογισμού τους.
7. Μεθοδολογία και πηγές
Για να είναι σαφές τι έχει γίνει εδώ —και τι όχι—, αυτή η ανάλυση είναι δευτερογενής σύνθεση, όχι πρωτογενής επιστημονική έρευνα. Χρησιμοποιήθηκαν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για αναζήτηση, οργάνωση και επεξεργασία δημοσιευμένου υλικού. Η ύπαρξη συνδέσμων στις αρχικές πηγές βοηθά τον αναγνώστη να ελέγξει τα στοιχεία, αλλά δεν εξαλείφει τον κίνδυνο σφάλματος ή ελλιπούς ερμηνείας.
Οι βασικές πηγές της ανάλυσης είναι: το Ελληνικό Τμήμα Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου, τα στοιχεία του EIGE για την Ελλάδα και η μεθοδολογική εργασία του EIGE, η μελέτη Campbell και συνεργατών, η μελέτη Monckton Smith και η έκθεση GREVIO για την Ελλάδα. Το UNODC και UN Women προσφέρει επιπλέον διεθνές πλαίσιο στο βασικό άρθρο.
Αυτό που μένει από αυτή τη διαδρομή δεν είναι μια απλή απάντηση. Είναι ένα πιο συγκεκριμένο ερώτημα: όταν υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια, ποιος τα γνώριζε, τι έγινε με αυτή την πληροφορία και τι θα μπορούσαμε να μάθουμε για την επόμενη φορά; Αν θέλουμε να συζητάμε σοβαρά την πρόληψη, εκεί χρειάζεται να στρέψουμε το βλέμμα.
World in Context · Λιγότερος θόρυβος. Περισσότερη κατανόηση.
